(του Marcel Reich-Painicki, απαγγελμένο με τη δική του φωνή)
Υπάρχουν κείμενα, κυρίες και κύριοι, που, όσο ασήμαντα κι αν φαίνονται, αποτελούν τεκμήριο. Τεκμήριο όχι μόνο μιας ιδιωτικής ανάμνησης, αλλά μιας εποχής, μιας στάσης, ναι, ενός ολόκληρου πολιτισμού. Ένα τέτοιο κείμενο έχουμε εδώ μπροστά μας. Είναι η ιστορία ενός άνδρα – ενός λάτρη του κρασιού, όπως αυτοαποκαλείται –, ο οποίος θυμάται πώς άρχισαν όλα. Όποιος όμως πιστεύει τώρα πως πρόκειται για μια κοινότοπη ανέκδοτη ιστορία, κάνει λάθος. Διότι αυτό που μας καταθέτει ο αναγνώστης είναι, παρ’ όλη του τη σεμνότητα, λογοτεχνία.
Καταρχάς, η αρχή: «Για μένα ήταν πολύ απλό – στα νεανικά μου χρόνια Edelzwicker…» Έτσι δεν αρχίζει καμία μεγάλη αυτοβιογραφία, έτσι δεν αρχίζει κανένα ηρωικό έπος. Έτσι όμως αρχίζει η ζωή. Με ένα απλό, λιτό κρασί, ένα κρασί που, θα έλεγε κανείς, ήταν περισσότερο ποσότητα παρά ποιότητα. Όμως ο Edelzwicker σε αυτή την ιστορία δεν είναι μόνο ένα ποτό. Είναι σύμβολο. Σύμβολο καταγωγής, της στενότητας του πατρικού σπιτιού, του τετριμμένου, του καθημερινού. Αυτή είναι η πεζογραφία της νεότητας: μπίρα, Schnaps, Βεστφαλία. Η γλώσσα είναι σύντομη, σχεδόν περιφρονητική. Κι όμως: είναι η προϋπόθεση για όλα όσα ακολουθούν.
Έπειτα η στροφή: Βιέννη. Παππούς. Grüner Veltliner σε ντόπλερ, Spritzwein. Ξαφνικά πολιτισμός, ξαφνικά ιστορία, ξαφνικά παράδοση. Η Βιέννη εδώ δεν είναι μόνο μια πόλη, είναι ένα σχολείο. Ο παππούς ως μέντορας, ο Veltliner ως δάσκαλος. Αυτό που βιώνουμε είναι το ξύπνημα ενός πάθους. Κι όμως: δεν είναι ακόμη η μεγάλη突破ση. Είναι ακόμη προετοιμασία, πρελούδιο, προκαταρκτικό στάδιο.
Ύστερα, όπως σε κάθε καλή δραματουργία, έρχεται η αποφασιστική στιγμή. Στα είκοσι, μέσω και μαζί με μια Γαλλίδα, αρχίζει η πραγματική ζωή. Τι συμβολισμός! Είναι ο έρωτας – και είναι το κρασί. Πάνω απ’ όλα η Αλσατία, η Βουργουνδία. Είναι, αν θέλετε, η πρώτη σοβαρή συνάντηση με την Ευρώπη μέσα στο ποτήρι. Και ήδη εδώ φαίνεται αυτό που συνδέει όλες τις μεγάλες ιστορίες του κρασιού: δεν πρόκειται ποτέ μόνο για το κρασί. Πρόκειται για τους ανθρώπους που το φέρνουν, για τους τόπους όπου το πίνουν, για τον έρωτα που το συνοδεύει.
Όμως η πραγματική καταστροφή, και ταυτόχρονα η μεγάλη ευκαιρία, εμφανίζεται μαζί με τον θείο. Αυτός ο θείος, ιδιοκτήτης μιας από τις μεγαλύτερες κάβες Βουργουνδίας στη Γερμανία, κλείνει το εστιατόριό του. Και ξαφνικά ανοίγει, για τον νεαρό άνδρα, ένας θησαυρός. Δεν είναι τα μεγάλα ονόματα, ούτε τα μνημεία της ιστορίας του κρασιού, αυτά που τον διαμορφώνουν. Είναι οι μικροί, οι άγνωστοι, οι τότε ανώνυμοι οινοπαραγωγοί. Εδώ, κυρίες και κύριοι, αποκαλύπτεται το μυστικό του αληθινού πάθους: δεν γεννιέται στους βωμούς των διάσημων, αλλά στα απόμερα σοκάκια, στις σκιές, ανάμεσα στους αγνώστους.
Η Βουργουνδία λοιπόν, όχι τα «θωρηκτά», όπως το λέει τόσο παραστατικά ο αναγνώστης, αλλά τα εκλεκτά, τα διακριτικά, εκείνα που μόλις και μετά βίας καταγράφονται. Αυτό έχει μεγάλη σημασία. Διότι η αληθινή καλλιέργεια, και εκείνη του ουρανίσκου, δεν συνίσταται στη λατρεία του προφανούς, αλλά στην ανακάλυψη του κρυμμένου.
Στη δεκαετία του ’90 έρχεται έπειτα η επόμενη κορύφωση: ένα Margaux από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Τι έμφαση! «Απίστευτα καλό!» αναφωνεί ο αφηγητής. Νιώθει κανείς την έκσταση, νιώθει πώς εδώ, ίσως για πρώτη φορά, το κρασί γίνεται όχι απλώς ποτό, αλλά αποκάλυψη. Τέτοιες στιγμές είναι σπάνιες, αλλά διαμορφώνουν μια ζωή.
Και ύστερα, σχεδόν ειρωνικά, σχεδόν παρεμπιπτόντως, έρχεται η στροφή: η σαμπάνια. Ξαφνικά ο αφρός μπαίνει στη ζωή, και μαζί του μια νέα εμμονή. Είναι η αρχή μιας απιστίας, μιας απομάκρυνσης, μιας μετατόπισης των προτεραιοτήτων. Το κρασί, όσο κι αν κάποτε δοξάστηκε, περνά «σε δεύτερη μοίρα». Και ο αναγνώστης το ομολογεί χωρίς ντροπή: μέχρι σήμερα η αγάπη του ανήκει στο αφρώδες, στη σαμπάνια, στις φυσαλίδες και στον αφρό.
«Υπερβολικά πολλά καλά πράγματα!» προσθέτει στο τέλος, μισογελώντας, μισοαπελπισμένα. Είναι μια φράση που τα λέει όλα. Διότι σε αυτή τη μικρή στροφή κρύβεται όλη η αμφισημία του πάθους: είναι ευλογία και κατάρα, είναι εμπλουτισμός και κίνδυνος.
Θα μπορούσε κανείς τώρα να αντιτείνει: Δεν είναι αυτό απλώς μια ιδιωτική αναφορά, μια συναισθηματική ανάμνηση μερικών μπουκαλιών κρασιού; Όχι! Είναι λογοτεχνία. Λογοτεχνία, επειδή από την εμπειρία του ατόμου δείχνει προς το γενικό. Λογοτεχνία, επειδή δείχνει πώς ένας άνθρωπος – κάθε άνθρωπος – γίνεται, μέσα από τα πράγματα που αγαπά, αυτός που είναι. Και, τέλος, λογοτεχνία, επειδή με λίγα λόγια υπαινίσσεται μια ολόκληρη βιογραφία, η οποία εκτείνεται από τη Γαλλία έως τη Βιέννη, από το Βισμπάντεν έως τη Βουργουνδία.
Είναι μια ιστορία αφύπνισης, ανακάλυψης, απόλαυσης. Μια ιστορία που οδηγεί από την επαρχία στον κόσμο, από τον απλό Edelzwicker στο θεϊκό Margaux, από τη βεστφαλική μπίρα στο ποτήρι της σαμπάνιας.
Και ναι, μπορούμε, πρέπει να πάρουμε αυτό το κείμενο στα σοβαρά. Διότι μας δείχνει τι είναι πραγματικά το κρασί: όχι μόνο ποτό, αλλά βιογραφία. Όχι μόνο γεύση, αλλά πεπρωμένο. Όχι μόνο απόλαυση, αλλά λογοτεχνία.
