WinepartyThe Wineparty

Wineparty / free

Τελείωσε. Γιατί η εκστρατεία κατά του κρασιού στα μέσα ενημέρωσης πλησιάζει στο τέλος της

(Manfred Klimek) Ορισμένα κινήματα ξεκινούν ως διορθωτικές δυνάμεις και καταλήγουν εκστρατείες. Και υπάρχουν εκστρατείες που εργάζονται τόσο επίμονα πάνω στη δική τους όξυνση, ώστε κάποια στιγμή καταρρέουν εκ των έσω. Το κίνημα Sober και Dry, που από τον Ιανουάριο του 2023 επιχειρηματολογεί με αξιοσημείωτη σφοδρότητα κατά της κατανάλωσης κρασιού, φαίνεται να έχει φτάσει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Αυτό που ξεκίνησε ως υγειονομικοπολιτική παρόρμηση, Read the full article…

(Manfred Klimek)

Ορισμένα κινήματα ξεκινούν ως διορθωτική παρέμβαση και καταλήγουν να γίνονται εκστρατεία. Και υπάρχουν εκστρατείες που εργάζονται τόσο επίμονα πάνω στη δική τους κλιμάκωση, ώστε κάποια στιγμή καταρρέουν εκ των έσω. Το κίνημα Sober και Dry, το οποίο από τον Ιανουάριο του 2023 επιχειρηματολογούσε με αξιοσημείωτη σφοδρότητα κατά της κατανάλωσης κρασιού, φαίνεται πως έχει φτάσει ακριβώς σε αυτό το σημείο. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα ερέθισμα πολιτικής υγείας εξελίχθηκε γρήγορα σε έναν ηθικά φορτισμένο διάλογο, στον οποίο οι διαφοροποιήσεις σχεδόν έπαψαν να υπάρχουν. Ένα ποτήρι κρασί ξαφνικά δεν ήταν πλέον πολιτιστικό αγαθό, αλλά κίνδυνος. Και κίνδυνος σήμαινε: αποχή.

Ο Dry January 2026 έδειξε τώρα για πρώτη φορά ότι αυτή η αφήγηση χάνει τη δυναμική της. Μικρότερη συμμετοχή, χαμηλότερη απήχηση στα μέσα ενημέρωσης, κυρίως όμως μια αξιοσημείωτη επιφυλακτικότητα σε εκείνες τις, κυρίως αριστερόστροφες φιλελεύθερες συντακτικές ομάδες, οι οποίες τα προηγούμενα χρόνια λειτουργούσαν ως πολλαπλασιαστές αυτού του μηνύματος. Στη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τις ΗΠΑ έχει γίνει αισθητή μια κόπωση – όχι απέναντι στο θέμα της υγείας, αλλά απέναντι στον τρόπο με τον οποίο γινόταν και γίνεται η συζήτηση γι’ αυτό.

Η καθοριστική ρήξη, ωστόσο, ήρθε από μια πλευρά που για καιρό αγνοούνταν: την έρευνα. Αρκετές νέες μελέτες αντιτίθενται στη γενικευμένη θέση ότι ακόμη και μικρές ποσότητες αλκοόλ είναι κατ’ αρχήν επιβλαβείς. Το κρίσιμο εδώ δεν είναι τόσο η ύπαρξη αυτών των μελετών – υπήρχαν και παλαιότερα –, αλλά το γεγονός ότι αυτή τη φορά διαβάστηκαν. Και ακόμη περισσότερο: ότι εντάχθηκαν στις συντακτικές διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Ξαφνικά τέθηκε και πάλι προς συζήτηση αυτό που θα έπρεπε στην πραγματικότητα να αποτελεί δημοσιογραφικό πρότυπο: στάθμιση, πλαίσιο, διασταύρωση.

Έτσι μετατοπίζεται το επίκεντρο. Από το απλό μήνυμα προς μια πιο σύνθετη θεώρηση, η οποία επανασυνδέει την πραγματικότητα της ζωής, την κουλτούρα της κατανάλωσης και την ατομική ευθύνη. Και ακριβώς εδώ αναδεικνύεται ένας δεύτερος, ίσως ακόμη σημαντικότερος παράγοντας: οι ίδιες οι συντακτικές ομάδες. Σε πολλούς οργανισμούς φαίνεται να φθίνει η διάθεση να συνεχίσουν να προωθούν μια γραμμή επιχειρηματολογίας που ολοένα και λιγότερο έμοιαζε με δημοσιογραφία και περισσότερο με κοινωνικοπολιτική παρέμβαση. Οι πιο δυνατές φωνές των περασμένων ετών – συχνά νεότερες συνάδελφοι και νεότεροι συνάδελφοι με σαφή θέση και μεγάλη απήχηση – χάνουν την επιρροή τους. Όχι επειδή οι θέσεις τους έχουν διαψευστεί, αλλά επειδή ο τόνος τους δεν πείθει πλέον.

Προστίθεται και μια πτυχή που μέχρι τώρα σπάνια συζητούνταν ανοιχτά: η βιογραφική εγγύτητα ορισμένων πρωταγωνιστών στο θέμα. Σε αρκετές περιπτώσεις έγινε σαφές ότι ιδιαίτερα επιθετικές τοποθετήσεις απέναντι στο αλκοόλ δεν σπάνια τροφοδοτούνταν από προσωπικές, πρώιμες εμπειρίες. Αυτό είναι ανθρώπινα κατανοητό, δημοσιογραφικά όμως προβληματικό, όταν η προσωπική ιστορία ανάγεται σε γενικό κανόνα.

Ένα σαφές σημάδι αυτής της μετατόπισης είναι ένα πρόσφατο, σε περίοπτη θέση δημοσιευμένο άρθρο στο ZEIT ONLINE, το οποίο θέτει ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση το σύστημα επικοινωνίας κατά του αλκοόλ. Μόλις πριν από έναν χρόνο ένα τέτοιο κείμενο θα ήταν σχεδόν αδιανόητο. Σήμερα σηματοδοτεί ένα είδος σημείου καμπής: η κριτική δεν έρχεται πλέον απ’ έξω, αλλά από το εσωτερικό των ίδιων των μέσων ενημέρωσης.

Όλα αυτά δείχνουν ότι το 2027 δεν θα βιώσουμε τη συνέχεια της μέχρι τώρα λογικής των εκστρατειών. Ούτε στη Γερμανία ούτε στα αγγλοσαξονικά μέσα ενημέρωσης κύρους διακρίνεται σήμερα η ενέργεια που θα απαιτούνταν για να συνεχιστεί ο διάλογος με την προηγούμενη οξύτητα. Το κίνημα δεν χάνει απότομα, αλλά αθόρυβα τη δύναμή του – μέσω της διαφοροποίησης, της κόπωσης, της αναβίωσης των δημοσιογραφικών προτύπων.

Και όμως, το συμπέρασμα παραμένει αμφίσημο. Διότι η ζημιά έχει γίνει. Για χρόνια καλλιεργήθηκε μια εικόνα που δεν αντιλαμβανόταν πλέον το κρασί ως μέρος μιας πολιτιστικής πρακτικής, αλλά ως πρόβλημα. Αυτή η εικόνα δεν εξαφανίζεται απλώς μαζί με την υποχώρηση της εκστρατείας. Παραμένει στο παρασκήνιο, ως σημείο αναφοράς, ως αβεβαιότητα, ως λανθάνων σκεπτικισμός.

Ταυτόχρονα, δεν θα υπάρξει αποτίμηση. Ούτε διορθώσεις, ούτε αυτοκριτικές αναδρομές, ούτε νομικές αντιπαραθέσεις για την παράλειψη αντίθετης έρευνας. Όχι επειδή δεν θα υπήρχε λόγος, αλλά επειδή το τίμημα γι’ αυτό φαίνεται υπερβολικά υψηλό. Ο φόβος για τη δημόσια αντίδραση, για κύματα ψηφιακής αγανάκτησης, για την κρίση ενός κοινού που έχει ξεφύγει από κάθε όριο είναι μεγαλύτερος από την ανάγκη για διαλεύκανση.

Αυτό που μένει είναι ένας σωρός από συντρίμμια, αποτελούμενος από υπερβολικές θέσεις, απλουστευτικές αφηγήσεις και μια συζήτηση που έβλαψε τη δική της αξιοπιστία. Το κρασί θα το ξεπεράσει. Το ερώτημα είναι μάλλον πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι να ξαναβρεί και ο διάλογος τον εαυτό του.