Manfred Klimek & Συντακτική ομάδα
Ποια αμπέλια πρέπει να παραμείνουν – και ποια επιτρέπεται/πρέπει να απομακρυνθούν; Αυτό το ερώτημα δεν συζητείται επί του παρόντος δημόσια στη γερμανική αμπελουργία. Ωστόσο, σε ένα οικονομικό σχόλιο στο WELT-Online γίνεται λόγος για επικείμενη μείωση των αμπελουργικών εκτάσεων κατά τουλάχιστον 50%. Πρόκειται και πάλι για γερμανική κινδυνολογία; Για τη γερμανική εμμονή με το χειρότερο δυνατό σενάριο; Σε κάθε περίπτωση: το 50% φαίνεται, παρά όλες τις αντίξοες συνθήκες αυτής της «εποχής», υπερβολικά υψηλό.
Ποιες αμπελουργικές εκτάσεις πρέπει λοιπόν να απομακρυνθούν; Το ερώτημα τίθεται σήμερα σιωπηλά αλλά συχνά: μεταξύ κρατικών υπαλλήλων, μεταξύ ειδικών του τουρισμού. Εμείς θέτουμε το ερώτημα: Ποιος αποφασίζει τι παραμένει και τι φεύγει; Αυτό είναι ζήτημα ζωτικής σημασίας. Διότι αυτό που σήμερα θεωρείται «τουριστικά πολύτιμο» ίσως αύριο αποφασίσει για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία ολόκληρων αμπελουργικών περιοχών.
Από έξω, η γερμανική αμπελουργία μοιάζει με ιστορία επιτυχίας, σφραγισμένη με πολιτιστική αξία: περιποιημένες αμπελουργικές περιοχές, ήπιες και πολύ απότομες πλαγιές, ένα ποτήρι Riesling στη στροφή του ποταμού Saar. Όμως πίσω από αυτή την ειδυλλιακή εικόνα αρχίζει η αβεβαιότητα. Η αύξηση του κόστους, η μείωση της κατανάλωσης και η μαζική υπερπαραγωγή ασκούν πίεση σε πολλές επιχειρήσεις. Το 2024 προστίθεται ένα ακόμη πλήγμα: αισθητά μειωμένη απόδοση ως αποτέλεσμα ακραίων καιρικών συνθηκών. Και χθες, στο Rheinhessen, ξανά χαλάζι με τεράστιες ζημιές.
Παρά τη μικρότερη συγκομιδή, η πίεση στις τιμές παραμένει υψηλή, εξηγεί η καθηγήτρια Simone Loose από το Hochschule Geisenheim σε συνέντευξή της στο WELT (2024). «Η τιμή για το κρασί χύμα στο Pfalz ανέρχεται σήμερα περίπου στα 70 λεπτά ανά λίτρο – το κόστος παραγωγής όμως είναι τουλάχιστον 1,20 ευρώ». Ακόμη και οινοποιεία με ισχυρές απευθείας πωλήσεις αισθάνονται την επιφυλακτικότητα των καταναλωτών, αναφέρεται στο ίδιο σημείο από το VDP: Ιδιαίτερα στην εγχώρια αγορά, η ζήτηση μειώνεται, ενώ και η εστίαση κρατά επιφυλακτική στάση.
Όμως μέσα σε αυτή την κρίση τίθεται ακριβώς αυτό το μεγαλύτερο, άβολο ερώτημα: Ποιες καλλιεργούμενες εκτάσεις έχουν ακόμη μέλλον – και ποιες όχι; Ή, ακριβέστερα: Ποιες εκτάσεις θα εξαφανιστούν – και ποιες θα παραμείνουν επειδή διαθέτουν «τουριστική αξία»;
Η Loose του Geisenheim το είπε ανοιχτά το 2024: Για να αποτραπεί περαιτέρω πτώση των τιμών, πρέπει να προσαρμοστεί η ποσότητα παραγωγής – και παράλληλα να αποφασιστεί ποιες αμπελουργικές περιοχές θα είναι μακροπρόθεσμα ακόμη οικονομικά βιώσιμες. Αυτό που υπονοείται στην παρένθεση είναι εκρηκτικό: πρόκειται για μια επιλογή. Αμπελοπλαγιές που δεν προσελκύουν επισκέπτες, δεν προσφέρουν γραφικές εικόνες και δεν φιλοξενούν κέντρο επισκεπτών – θα χάσουν στο μέλλον το δικαίωμα ύπαρξής τους;
Ο Christian Schwörer, γενικός γραμματέας της Γερμανικής Ένωσης Αμπελουργίας, φέρνει επίσης, σε συνέντευξή του στο WELT, στο προσκήνιο την έννοια των «περιστροφικών αγραναπαύσεων» Η ιδέα: Μετά την εκρίζωση ενός αμπελώνα, το δικαίωμα φύτευσης παραμένει για έξι χρόνια. Οι αμπελουργοί θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αυτό το διάστημα για να δημιουργήσουν ανθισμένες εκτάσεις που ενισχύουν τη βιοποικιλότητα. Ένα οικολογικά λογικό μοντέλο – οικονομικά όμως ανεπαρκές. Η χρηματοδότηση της ΕΕ ανέρχεται σε 200 ευρώ ανά εκτάριο, ενώ σύμφωνα με τον Schwörer θα απαιτούνταν περίπου 3.000 ευρώ μόνο για την κάλυψη των πάγιων εξόδων.
Σε αυτή την οικονομικά τεταμένη κατάσταση γίνεται εμφανές πόσο άνισα είναι κατανεμημένες οι ευκαιρίες για το μέλλον. Όποιος δραστηριοποιείται σε περιοχές με τουριστική προβολή, ελκυστικό τοπίο ή δυνατότητα πολιτιστικής αξιοποίησης έχει καλύτερα χαρτιά. Άλλοι – σε διαρθρωτικά αδύναμες περιοχές, μακριά από οινικές διαδρομές πεζοπορίας – πρέπει να παύσουν τη δραστηριότητά τους ή να στραφούν σε άλλες καλλιέργειες. Όμως: Ποιος λαμβάνει αυτές τις αποφάσεις; Η αγορά; Η πολιτική; Οι ίδιοι οι αμπελουργοί; Πιθανότατα πάνω απ’ όλα η πολιτική. Ορισμένοι αμπελουργοί της Rheinhessen και του Pfalz θα πρέπει να το εκλάβουν ως προειδοποίηση.
Ο κλάδος ζητά περισσότερη στήριξη: φορολογικές ελαφρύνσεις, συμβουλευτική, ισχυρότερη πολιτική δέσμευση υπέρ της οινικής κουλτούρας. «Ο σημερινός και αυριανός αμπελουργός δεν πρέπει να είναι μόνο καλός οινοποιός – πρέπει περισσότερο από ποτέ να διαθέτει και επιχειρηματικές ικανότητες», λέει η συνεργάτιδα ερευνών του Geisenheim, Loose, στο WELT. Ζητά επαγγελματική διατήρηση πελατών και τονίζει: «Μια καλά ενημερωμένη ψηφιακή βάση δεδομένων πελατών είναι σήμερα στην πραγματικότητα πιο πολύτιμη ακόμη και από την ίδια την αμπελουργική έκταση». Μια φράση που αποκαλύπτει πολλά.
Διότι ο ανταγωνισμός για την επιβίωση βρίσκεται εδώ και καιρό σε πλήρη εξέλιξη. Η δημογραφική εξέλιξη – οι νέοι πίνουν λιγότερο, οι μεγαλύτεροι για λόγους υγείας – οδηγεί συνολικά σε μείωση της κατανάλωσης κρασιού. Η έκκληση για αποχή, ακόμη και από επίσημες πλευρές όπως η Γερμανική Εταιρεία Διατροφής, γίνεται όλο και πιο έντονη. Ο Christian Schwörer διαφωνεί στο WELT: Δεν υπάρχουν επιστημονικά τεκμηριωμένα στοιχεία για τις συστάσεις να αποφεύγεται πλήρως το αλκοόλ.
Αντίθετα, τάσσεται υπέρ μιας «διεύρυνσης της αγοράς» και ζητά σαφή πολιτικά σήματα υπέρ της οινικής κουλτούρας. «Το κρασί δεν είναι μόνο ένα αγροτικό προϊόν – αποτελεί επίσης μέρος της πολιτιστικής μας κληρονομιάς», λέει η Daniela Schmitt, υπουργός Αμπελουργίας της Ρηνανίας-Παλατινάτου. Ο Ernst Büscher από το Γερμανικό Ινστιτούτο Οίνου υπενθυμίζει ότι στη χώρα καταναλώνεται μεν διπλάσια ποσότητα κρασιού από όση παράγεται – αλλά μόνο 42 από τα 100 μπουκάλια προέρχονται από γερμανικές περιοχές.
Μια νηφάλια ματιά στην αγορά δείχνει: Η Ιταλία και η Ισπανία κυριαρχούν στο χαμηλότερο τμήμα τιμών. Όποιος αγοράζει κρασί στο σούπερ μάρκετ με δύο ή τρία ευρώ, δύσκολα θα πειστεί να αγοράσει κρασί των οκτώ ευρώ.
Παραμένει το ερώτημα: Ποιος αποφασίζει ποιες εκτάσεις θα εξαφανιστούν – και ποιες θα παραμείνουν; Οι κορυφαίες περιοχές με θέα; Εκείνες που είναι οικονομικά βιώσιμες; Εκείνες που μπορούν να αξιοποιηθούν τουριστικά; Ή υπάρχει τελικά ένα όραμα που δεν προσανατολίζεται μόνο στη λογική της αγοράς και στην καταλληλότητα για το Instagram;
Η αναδιαμόρφωση του οινικού τοπίου έχει αρχίσει. Είναι καιρός να μιλήσουμε γι’ αυτό, για όσα χάνουμε – και για όσα θέλουμε να σώσουμε.
(Αν εσείς, αγαπητοί αναγνώστες, θέλετε να σχολιάσετε αυτό το άρθρο, σας παρακαλούμε να το κάνετε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Insta, facebook, άλλα), όπου το κείμενο αυτό έχει επίσης κοινοποιηθεί ευρέως)
